Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

ΟΙ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ...


Θα γράψω λίγες λέξεις, όμως δεν είμαι σίγουρος για τίποτα, δεν έχω τσιμεντένια σκέψη, δεν θυμάμαι να είχα ποτέ. Μόνο ένα πράγμα έμπαινε και έβγαινε στη σκέψη μου συνέχεια, αυτό που και τώρα τη βασανίζει: ο αδύναμος, εκείνος που δέχεται επίθεση από όλους, εκείνος που σίγουρα δεν έχει τα μέσα να αντισταθεί. Όχι αυτός που παριστάνει τον αδύναμο, όχι εκείνος που έντεχνα χρησιμοποιεί την αδυναμία για να κρύψει τη χυδαία δύναμή του. Αυτή η σκέψη με συντροφεύει και τώρα.

Θυμάμαι, όταν ήμουν στο Δημοτικό, μου είχε κάνει εντύπωση η αναφορά του αναγνωστικού σε κάποια πουλιά που έφευγαν από τον έναν τόπο για να πάνε σε κάποιον άλλον. Έψαχναν ζεστά κλίματα, θαλπωρή. Έπρεπε να αναπαραχθούν, να γεννήσουν τα μικρά τους και να μπορούν να τα ταΐσουν, να μην έχουν να αντιμετωπίσουν το κρύο και την κακοκαιρία. Ήθελαν να ζουν πάντα μέσα στο καλοκαίρι. Είχε και μια φωτογραφία με χελιδόνια, που πετούσαν κατά ομάδες και από ό,τι θυμάμαι υπήρχε από κάτω μια λεζάντα: «μπήκε η άνοιξη, ήρθαν τα χελιδόνια». Στο μυαλό μου, η λεζάντα αυτή τα εξηγούσε ξακάθαρα όλα: αν δεν έρθουν τα χελιδόνια, δεν μπορεί να υπάρχει άνοιξη, δεν θα βάλουμε κοντομάνικα, δεν θα παίζουμε μπάλα άνετα στην αυλή του σχολείου, ούτε και οι βρύσες θα έχουν την τιμητική τους μετά από κάθε ντέρμπι που στήναμε αυτοσχέδια στα διαλείμματα.


Στο χωριό της μάνας μου, στο πατρικό της σπίτι, υπήρχε μια χελιδονοφωλιά. Το χειμώνα ήταν μόνη, κενή. Κανένα χελιδόνι δεν ερχόταν να την επισκεφτεί. Μόνο εμείς, τα παιδιά, δίναμε σημασία στην ύπαρξή της και περιμέναμε την άνοιξη για να δούμε τους κατοίκους της. Ερχόταν ένα ζευγάρι, γεννούσε τα μικρά του και όλη την ημέρα έψαχνε για φαγητό, ώστε να κάνει τα μικρά… μεγάλα και ικανά. Κάθε ημέρα επαναλαμβανόταν μονότονα αυτή η διαδικασία. Όσο υπήρχε το φως του ήλιου, τα μικρά έσκουζαν από πείνα και οι γονείς έφευγαν κι ερχόντουσαν πάλι με τα ράμφη τους γεμάτα τροφή. Μόνο όταν άρχιζε να βραδιάζει σταματούσε η αποστολή των γονιών, μόνο τότε ξεκουράζονταν εκείνοι. Είχαν ζέστη, είχαν θρέψει τα μικρά τους, ήταν ικανοποιημένοι.
Παρατήρησα μια μέρα, πως σε όλα τα σπίτια του χωριού υπήρχαν παρόμοιες φωλιές. Με τα μικρά τους, με τους γονείς που όλη μέρα πετούσαν και έψαχναν μικροσκοπικά εδέσματα. Δεν τα είδα ποτέ να τσακώνονται, να πολεμούν για την τροφή τους. Ήξεραν πως τροφή μπορεί να βρεθεί άφθονη, υπήρχε για όλους, γιατί να τσακωθούν; Κανένας δεν ήθελε παραπάνω από τον άλλον, ήξεραν πόση τροφή είχαν ανάγκη τα μικρά τους και οι ίδιοι. Κι αν καμιά φορά κάποια γάτα προσπαθούσε- σχεδόν πάντα ανεπιτυχώς- να χαλάσει τη φωλιά τους, έτσι για παιχνίδι, τότε μαζεύονταν όλα τα χελιδόνια από τις γύρω φωλιές και την έδιωχναν με όποιο τρόπο μπορούσαν. Όταν έφθανε το φθινόπωρο, έφευγαν πάλι και άφηναν τις φωλιές αδειανές. Πήγαιναν σε άλλα μέρη, στις άλλες φωλιές που είχαν χτίσει εκεί που τώρα είχε καλοκαιρία, εκεί που τώρα έμπαινε η άνοιξη. Η ανάγκη για θαλπωρή, τροφή, η ανάγκη να εξασφαλίζουν την επιβίωσή τους, να δώσουν στα μικρά τους ό,τι καλύτερο μπορούσαν, δεν σταματούσε. Ταξίδευαν χιλιάδες χιλιόμετρα και την επόμενη χρονιά ήταν πάλι πίσω, στο χωριό.

Αυτά τα χελιδόνια ήταν ο πρώτοι μετανάστες που γνώρισα στη ζωή μου. Δεν κουβαλούσαν μαζί τους χαρτιά και προσπαθούσαν να αποφεύγουν έντεχνα τα εμπόδια στο πέταγμά τους. Δεν ήθελαν κάτι άλλο παρά μόνο να ζήσουν όσο καλύτερα μπορούσαν σε μια ζεστή, δική τους πατρίδα. Και πατρίδα τους ήταν η στέγη ενός σπιτιού σε κάποιο χωριό της Ελλάδας, η στέγη κάποιου σπιτιού σε κάποιο χωριό μέσα στον κόσμο. Πατρίδα τους ήταν τα χωράφια που έβρισκαν τα υλικά για το χτίσιμο της φωλιάς τους, το δάσος που τους έδινε τροφή, όπου στον κόσμο, όπου πάνω στη γη. Η Πατρίδα τους δεν είχε γύπες και ιπτάμενα αρπακτικά που κόβουν την ανάσα.

Όμως όταν έβλεπα πώς αντιμετώπιζαν τους κινδύνους από τις γάτες, το πόσο ενωμένα ήταν και πόση δύναμη αποκτούσαν όταν βρίσκονταν μαζί μπροστά στον εχθρό, τότε καταλάβαινα πως αυτά τα χελιδόνια (τα ολόμαυρα, τα σταχτόμαυρα, τα γκρι, τα σε όποιους πιθανούς χρωματισμούς και ικανότητες) είχαν την αλληλεγγύη και τη συντροφικότητα μέσα τους.

Και τότε συνειδητοποιούσα πως τα είχαν όλα

3 σχόλια:

  1. Πολύ ωραίο άρθρο. Το πρόβλημα σήμερα είναι άρθρα που στηρίζονται στον ανθρώπινο συναισθηματισμό δεν πείθουν. Πρέπει οι πολίτες να αντιληφθούν ότι υπάρχουν επιλογές, υπάρχουν συγκεκριμένες προτάσεις για κοινωνική ανάπτυξη όπου χωρούν και μετανάστες και ιθαγενείς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ναι, το ξέρω πως δεν πείθουν. Αλλά αν δεν ξεκινήσουμε από εκεί (ντόπιοι και μετανάστες) δεν θα μπορέσουμε να αποδεχθούμε τις προτάσεις, δεν θα μπορέσουμε να τις πραγματοποιήσουμε.
    Κανείς δεν προκειται να ενδιαφερθεί, αν δεν ενδιαφερθούμε εμείς οι ίδιοι, οι ντόπιοι και οι ξένοι.
    Εμείς οι ίδιοι πρέπει να αλλάξουμε τους συσχετισμούς του φόβου και της άρνησης, του "ρατσισμού" και από τις δύο πλευρές.
    Αν δεν καταλάβουμε πως δεν είμαστε εχθροί και πως μαζί πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον κοινό εχθρό (κι όχι να τρωγόμαστε μεταξύ μας), τότε θα χάσουμε όλοι τα αυγά και τα καλάθια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Λυπάμαι, αλλά όταν ακούω «συγκεκριμένες προτάσεις» πλέον, απόπειρα εξουσίας μου βρωμάει.

    Δεν το λέω κακοπροαίρετα, ούτε επί προσωπικού. Αλλά η όποια αλλαγή ελπίζουμε να έρθει, θα έρθει μόνον όταν δε θα χρειάζονται «συγκεκριμένες προτάσεις» για να «ακολουθηθούν» από κανένα.

    Αυτεξούσιο, γαρ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή